Ποιο είναι το νόμισμά σου, φίλε μου;
Τι έχεις μες στην τσέπη σου,
και τι στο λογικό σου;
Στην αμμουδιά κάποιας ακτής
άπλωσα τούτο το σώμα,
και είπα ένα τραγούδι για έναν φίλο σαν κι εσένα,
που’χει μια τσέπη σαν τη δική σου,
κι ένα ίδιο λογικό.
Στην άμμο εκείνης της χαμογελαστής ακτής
και στον ελαιώνα
ύψωσα το παλάτι μου
κι υποδέχτηκα τους Φίλους τους.
Τώρα είναι όλα δικά μου.
Δεν με πειράζει.
Τίποτα δεν μου φαίνεται σημαντικότερο απ’ τ’ άλλα
Σ’ αυτόν τον κόσμο, τον Καπετάν Φασαρία —
μη κάνεις φασαρία για το τίποτα.
Αυτό το σώμα πονούσε εύκολα,
μα ήταν ακόμη, βλέπεις,
κάπως σφριγηλό.
Οι άνθρωποι περιμένουν και εικάζουν,
μα εκείνη, τόσο μακριά από την ακτή
και απ' τα γρασίδια του ελαιώνα
νιωθει την παρουσία του Κυνηγού εκείνου,
του Στεγνού.
Κι όμως, δεν την πειράζει.
Κάποιος κάθεται εδώ
σιωπηλός σε τούτο το τραπέζι.
Τι θέλει από μένα;
Τίποτα δεν έχει απομείνει,
τίποτα να υπάρξει,
τίποτα δεν θα είμαι,
Είμαι!
Κάποτε ήταν ισχυρός,
κάποτε ήτανε βρικόλακας,
μα όχι πια.
Τα δάκρυα δεν είναι δικά μου, ούτε ο μόχθος.
Έχω μονάχα ένα αδελφό
που όλο φοβάται και μετανιώνει,
κι εγώ πονώ μαζί του,
και σε καταλαβαίνω.
Για την αγάπη παζαρεύω.
Για την αγάπη μόνο.
Το πουλί που τραγουδά
ευλογημένο είναι
διπλά και τρίδιπλα.
Η μια ευλογία για το τραγούδι,
η άλλη για το τραγούδι μες στην ερημιά,
η τρίτη για τη λήθη.
Και το αγόρι κλαίει…
Καλός οιωνός.
Add comment
Comments