O ΓΕΩΡΓΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΙΝΑ
(Διασκευή μιας κινέζικης παραβολής)
Σ’ ένα μικρό χωριό της Κίνας ζούσε ένας γεωργός, όπως τόσοι γεωργοί.
Ποτέ του δε μιλούσε πολύ, και στο πρόσωπό του υπήρχε πάντα η ηρεμία του ευχαριστημένου, πράου ανθρώπου.
Αυτός είχε ένα γιο και ένα άλογο. Μια μέρα το άλογο χάθηκε και όλοι του μικρού χωριού πέρασαν από το σπίτι του να τον συλλυπηθούν για τη συμφορά που τον βρήκε.
“Ω! Το άλογο σου χάθηκε. Τι ατυχία!”, του έλεγαν όλοι.
“Ίσως”, απαντούσε εκείνος, που ποτέ του δεν μιλούσε πολύ.
Την άλλη μέρα το άλογο επέστρεψε… Και όχι μόνο του. Μαζί του ήρθαν και άλλα πέντε νεαρά, δυνατά, όμορφα άλογα.
“Ω! Τι ανέλπιστη τύχη! Τι ευλογία! Τόσα άλογα!”, έλεγαν οι γείτονες συγχαίροντας το γεωργό.
“Ίσως”, απάντησε εκείνος, που ποτέ του δε μιλούσε πολύ.
Η χαρά που πήρε ο γιος του βλέποντας τα άλογα εκείνα ήταν απερίγραπτη,
και την επομένη καβαλικεύοντας το πιο ζωηρό απ’ αυτά, έπεσε και έσπασε το πόδι του.
“Τι κρίμα, το παιδί!”, έλεγαν πάλι οι γείτονες, “Τι ατυχία πάνω στο παιχνίδι του! Θα πρέπει να μείνει ακίνητος για πολύ καιρό!"
“Ίσως”, ξαναείπε ο γεωργός που ποτέ του δεν έλεγε πολλά.
Την άλλη μέρα πέρασαν από το σπίτι του γεωργού οι Υπεύθυνοι Επιστράτευσης που στρατολογούσαν τους πατριώτες στον πόλεμο. Αν ο στρατιώτης διέθετε άλογο θα καταταγόταν με το άλογο του μαζί.
Οι Υπεύθυνοι Επιστράτευσης δεν πήραν το αγόρι μαζί τους, επειδή είχε σπασμένο πόδι, ούτε και το άλογο.
Κι έτσι, ο σοφός γεωργός δεν έμεινε μόνος του στη δύσκολή ώρα του πολέμου.
Ίσως, επειδή ποτέ του δεν έλεγε πολλά.
Add comment
Comments